εξαποστάζω

εξαποστάζω
ἐξαποστάζω (Μ)
αποστάζω, κάνω κάτι να στάζει, χύνω («τὸ προσῆκον ἐξαποστάξαι δάκρυ», Θ. Πρόδρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”